Η ΑΠΑΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ . . .

Σε τελευταία ανάλυση, από το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών δεν μπορεί να προκύψει ανατροπή της εξουσίας των καπιταλιστών, κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη.
Δεν υποτιμάμε την
αξιοποίηση αυτής της πολιτικής μάχης που αντικειμενικά οδηγεί στη σύνθεση
αστικών οργάνων, π.χ. του Εθνικού ή Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στην εκλογή
δημάρχων και στη σύνθεση των Δημοτικών ή Περιφερειακών Συμβουλίων.
Γνωρίζουμε και αποκαλύπτουμε τα «όρια» αυτής της συμμετοχής. Αυτά τα θεσμικά όργανα, λιγότερο ή περισσότερο, δεν είναι τα κύρια που συγκεντρώνουν το σύνολο της αστικής εξουσίας: απόφασης, εκτέλεσης, καταναγκασμού στην εφαρμογή.
Η αστική εξουσία δεν
ήταν δυνατό να ακυρώνει την «τυπική» ελευθερία της εργατικής τάξης με
παρατεταμένη νομική απαγόρευση του κόμματός της, ακόμα και σε συνθήκες σχετικά
«ειρηνικής» περιόδου.
Αυτή τη μεγάλη απάτη της αστικής δημοκρατίας υπηρετεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως κύριος φορέας του οπορτουνισμού στην Ελλάδα, ο οποίος προεκλογικά υποστήριζε ότι το σημαντικό διακύβευμα ήταν αν η Ελλάδα θα έχει ένα Σύνταγμα που θα θεσμοθετήσει αλλαγές που θα βαθαίνουν τη δημοκρατία, ενώ χαρακτήρισε το εκλογικό αποτέλεσμα ως «ειρηνική επανάσταση».
Το Σύνταγμα, η κορωνίδα του καπιταλιστικού Δικαίου, σε οποιοδήποτε αστικό κράτος, προβλέπει και κατοχυρώνει την αναστολή της λειτουργίας οποιουδήποτε «αντιπροσωπευτικού» οργάνου, του ίδιου του κοινοβουλίου, αν η λειτουργία του αποσταθεροποιεί ή αμφισβητεί την καπιταλιστική ιδιοκτησία, τη νομική της κατοχύρωση, την εξασφάλισή της με μέσα καταστολής.
Γνωρίζουμε και αποκαλύπτουμε τα «όρια» αυτής της συμμετοχής. Αυτά τα θεσμικά όργανα, λιγότερο ή περισσότερο, δεν είναι τα κύρια που συγκεντρώνουν το σύνολο της αστικής εξουσίας: απόφασης, εκτέλεσης, καταναγκασμού στην εφαρμογή.
Το Εθνικό Κοινοβούλιο - και στην Ελλάδα - εμφανίζεται στη συνείδηση
λαϊκών δυνάμεων ως πιο «αντιπροσωπευτικό» όργανο, που ανάλογα με την ποσοστιαία
αντιπροσώπευση ταξικά διαφορετικών δυνάμεων μπορεί να διαμορφώνει μια
συνισταμένη συγκερασμού διαφορετικών ταξικών συμφερόντων.
Αυτή τη μεγάλη απάτη της αστικής δημοκρατίας υπηρετεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως κύριος φορέας του οπορτουνισμού στην Ελλάδα, ο οποίος προεκλογικά υποστήριζε ότι το σημαντικό διακύβευμα ήταν αν η Ελλάδα θα έχει ένα Σύνταγμα που θα θεσμοθετήσει αλλαγές που θα βαθαίνουν τη δημοκρατία, ενώ χαρακτήρισε το εκλογικό αποτέλεσμα ως «ειρηνική επανάσταση».
Το Σύνταγμα, η κορωνίδα του καπιταλιστικού Δικαίου, σε οποιοδήποτε αστικό κράτος, προβλέπει και κατοχυρώνει την αναστολή της λειτουργίας οποιουδήποτε «αντιπροσωπευτικού» οργάνου, του ίδιου του κοινοβουλίου, αν η λειτουργία του αποσταθεροποιεί ή αμφισβητεί την καπιταλιστική ιδιοκτησία, τη νομική της κατοχύρωση, την εξασφάλισή της με μέσα καταστολής.
Δεν υπάρχει κανένα παράδειγμα υποταγής των καπιταλιστών στη θέληση - απόφαση εργατικών αντιπροσώπων στη Βουλή, επειδή κέρδισαν μεγάλο ποσοστό στο κοινοβούλιο.
Να θυμίσουμε ότι τυπικά παρουσιάστηκαν τέτοιες περιπτώσεις που στο
κοινοβούλιο απέκτησαν την πλειοψηφία κόμματα που αρχικά εμφανίστηκαν ως
εργατικά. Αυτά ήταν τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας. Εμφανίστηκαν καταστάσεις
που «σοσιαλιστικά», «σοσιαλδημοκρατικά», κομμουνιστικά κόμματα απέκτησαν την
πλειοψηφία των κοινοβουλευτικών εδρών (στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία
κ.λπ.) ή ανέδειξαν «πρόεδρο της Δημοκρατίας» (π.χ. στην Ιταλία, στη Χιλή).
Σε καμία περίπτωση, όμως, αυτή η κοινοβουλευτική πλειοψηφία και η ανάδειξη ανάλογης κυβέρνησης ή η ανάδειξη «Προέδρου της αστικής Δημοκρατίας» δεν έγινε εφαλτήριο για την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη. Ούτε καν αποτέλεσαν «όαση» στην έρημο της καπιταλιστικής επίθεσης.
Οποτε έγιναν κάποιες παραχωρήσεις, ήταν αποτέλεσμα της συνδυασμένης επίδρασης δύο βασικών παραγόντων: Αφ' ενός λόγω ενός ιστορικά διαμορφωμένου ευνοϊκότερου συσχετισμού προς όφελος της εργατικής τάξης και της πάλης για το σοσιαλισμό, που είχε προκύψει από επαναστάσεις, αφ' ετέρου γιατί, κατά κάποιον τρόπο, ήταν γενικευμένη ανάγκη για την αναπαραγωγή του συνολικού κεφαλαίου. Γι' αυτό, άλλωστε, τέτοιες παραχωρήσεις έγιναν και από κυβερνήσεις φιλελεύθερων αστικών κομμάτων κι όχι κυρίως λόγω σύμπραξης σοσιαλδημοκρατικών ακόμα και κομμουνιστικών κομμάτων.
Εκείνο που υπάρχει ως γενικευμένο ιστορικό προηγούμενο είναι η ενσωμάτωση των «εργατικών» αντιπροσώπων στη θέληση - απόφαση, στην κυριαρχία του κεφαλαίου, μέσα κι έξω από τη Βουλή, η μετάλλαξη του εργατικού κόμματος σε αστικό κόμμα, η στήριξη του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού. Αυτή είναι η ιστορία της λεγόμενης σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και του «ευρωκομμουνισμού».
Η ιδεολογική σύγχυση, που επέφερε η μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας σε αστικό κόμμα διακυβέρνησης με οργανωμένη εργατική βάση, με επιρροή στο συνδικαλιστικό κίνημα, συνοδεύτηκε από διάφορα ρεύματα, δεξιά οπορτουνιστικά, αριστερίστικα άρνησης συμμετοχής στην «κοινοβουλευτική ειρήνη», αλλά και μεσοβέζικα συμβιβαστικά - κεντρώα, ανεξάρτητα από τον τίτλο τους που μπορεί και να είχε κομμουνιστικό επίθετο.
Διαμορφώθηκε ευρύ φάσμα οπορτουνιστικών ρευμάτων από τη σοσιαλδημοκρατία των αρχών του 20ού αιώνα έως τα νεότερα οπορτουνιστικά ρεύματα που αναπτύχθηκαν ακόμα και μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα εξουσίας.
Ετσι, ο όρος «αριστερά» καταγράφηκε να υπονοεί την οποιαδήποτε αναφορά κριτικής σε περιόδους όξυνσης των αντιθέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, ιδιαίτερα σε περίοδο οικονομικής κρίσης.
Η οπορτουνιστική μετάλλαξη κομμουνιστικών κομμάτων, δηλαδή η απάρνηση του επαναστατικού ιστορικού ρόλου της εργατικής τάξης, η επιλογή της ταξικής συνεργασίας, η απολυτοποίηση του πολιτικού αγώνα μέσα από το κοινοβούλιο, η άμεση πολιτική - ακόμα και κυβερνητική - συνεργασία με την αστικοποιημένη σοσιαλδημοκρατία, οδήγησε στο ιδεολογικό και πολιτικό τσουβάλιασμα του κομμουνιστικού κινήματος με διαφορετικά οπορτουνιστικά ρεύματα και ταυτόχρονα αποψίλωσε τον όρο «αριστερά» από όποιον πραγματικό σύγχρονο αντιμονοπωλιακό ριζοσπαστισμό.
Συνέφερε την αστική εξουσία η ομαδοποίηση κομμουνιστικών κομμάτων με οπορτουνιστικά υπό τη γενική κατηγορία «αριστερά». Αυτό το φαινόμενο το ζήσαμε κατά κόρον στην πρόσφατη προεκλογική περίοδο, αλλά και κατά την εκτίμηση των εκλογικών αποτελεσμάτων.
Το εργατικό κίνημα δεν έχει ακόμα ανασυνταχθεί, ώστε να εκφράζει ένα πλειοψηφικό, μαχητικά οργανωμένο ρεύμα, συνειδητοποιημένο ως προς την ανάγκη της σκληρής ταξικής πάλης, ικανό για κλιμακούμενη σύγκρουση με τους καπιταλιστές και με τους θεσμούς της εξουσίας τους με στόχο την κατάργησή τους, την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας.
Σε αντιστοιχία και τα κινήματα φτωχών αγροτών και αυτοαπασχολούμενων δεν είναι ακόμα μαζικά συγκροτημένα σε σαφή αντιμονοπωλιακή πάλη με πλήρη εγκατάλειψη παλιών και νέων οργανώσεων, στις οποίες κυριαρχεί ο συντεχνιασμός και ηγούνται οι καπιταλιστές.
Εξακολουθεί να είναι ζητούμενο η ανασύνταξη και του λαϊκού κινήματος στην κατεύθυνση της συντονισμένης πάλης με το εργατικό κίνημα για ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων, συμπόρευση με το εργατικό κίνημα για την κατάκτηση της εργατικής - λαϊκής εξουσίας.
Αυτή η αντιφατικότητα της παρούσας κατάστασης, από την άποψη του συσχετισμού δυνάμεων, όπως αν αναμενόμενο, καταγράφηκε και στα αποτελέσματα των κοινοβουλευτικών εκλογών.
Σε καμία περίπτωση, όμως, αυτή η κοινοβουλευτική πλειοψηφία και η ανάδειξη ανάλογης κυβέρνησης ή η ανάδειξη «Προέδρου της αστικής Δημοκρατίας» δεν έγινε εφαλτήριο για την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη. Ούτε καν αποτέλεσαν «όαση» στην έρημο της καπιταλιστικής επίθεσης.
Οποτε έγιναν κάποιες παραχωρήσεις, ήταν αποτέλεσμα της συνδυασμένης επίδρασης δύο βασικών παραγόντων: Αφ' ενός λόγω ενός ιστορικά διαμορφωμένου ευνοϊκότερου συσχετισμού προς όφελος της εργατικής τάξης και της πάλης για το σοσιαλισμό, που είχε προκύψει από επαναστάσεις, αφ' ετέρου γιατί, κατά κάποιον τρόπο, ήταν γενικευμένη ανάγκη για την αναπαραγωγή του συνολικού κεφαλαίου. Γι' αυτό, άλλωστε, τέτοιες παραχωρήσεις έγιναν και από κυβερνήσεις φιλελεύθερων αστικών κομμάτων κι όχι κυρίως λόγω σύμπραξης σοσιαλδημοκρατικών ακόμα και κομμουνιστικών κομμάτων.
Εκείνο που υπάρχει ως γενικευμένο ιστορικό προηγούμενο είναι η ενσωμάτωση των «εργατικών» αντιπροσώπων στη θέληση - απόφαση, στην κυριαρχία του κεφαλαίου, μέσα κι έξω από τη Βουλή, η μετάλλαξη του εργατικού κόμματος σε αστικό κόμμα, η στήριξη του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού. Αυτή είναι η ιστορία της λεγόμενης σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και του «ευρωκομμουνισμού».
Η ιδεολογική σύγχυση, που επέφερε η μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας σε αστικό κόμμα διακυβέρνησης με οργανωμένη εργατική βάση, με επιρροή στο συνδικαλιστικό κίνημα, συνοδεύτηκε από διάφορα ρεύματα, δεξιά οπορτουνιστικά, αριστερίστικα άρνησης συμμετοχής στην «κοινοβουλευτική ειρήνη», αλλά και μεσοβέζικα συμβιβαστικά - κεντρώα, ανεξάρτητα από τον τίτλο τους που μπορεί και να είχε κομμουνιστικό επίθετο.
Διαμορφώθηκε ευρύ φάσμα οπορτουνιστικών ρευμάτων από τη σοσιαλδημοκρατία των αρχών του 20ού αιώνα έως τα νεότερα οπορτουνιστικά ρεύματα που αναπτύχθηκαν ακόμα και μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα εξουσίας.
Ετσι, ο όρος «αριστερά» καταγράφηκε να υπονοεί την οποιαδήποτε αναφορά κριτικής σε περιόδους όξυνσης των αντιθέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, ιδιαίτερα σε περίοδο οικονομικής κρίσης.
Η οπορτουνιστική μετάλλαξη κομμουνιστικών κομμάτων, δηλαδή η απάρνηση του επαναστατικού ιστορικού ρόλου της εργατικής τάξης, η επιλογή της ταξικής συνεργασίας, η απολυτοποίηση του πολιτικού αγώνα μέσα από το κοινοβούλιο, η άμεση πολιτική - ακόμα και κυβερνητική - συνεργασία με την αστικοποιημένη σοσιαλδημοκρατία, οδήγησε στο ιδεολογικό και πολιτικό τσουβάλιασμα του κομμουνιστικού κινήματος με διαφορετικά οπορτουνιστικά ρεύματα και ταυτόχρονα αποψίλωσε τον όρο «αριστερά» από όποιον πραγματικό σύγχρονο αντιμονοπωλιακό ριζοσπαστισμό.
Συνέφερε την αστική εξουσία η ομαδοποίηση κομμουνιστικών κομμάτων με οπορτουνιστικά υπό τη γενική κατηγορία «αριστερά». Αυτό το φαινόμενο το ζήσαμε κατά κόρον στην πρόσφατη προεκλογική περίοδο, αλλά και κατά την εκτίμηση των εκλογικών αποτελεσμάτων.
Το εργατικό κίνημα δεν έχει ακόμα ανασυνταχθεί, ώστε να εκφράζει ένα πλειοψηφικό, μαχητικά οργανωμένο ρεύμα, συνειδητοποιημένο ως προς την ανάγκη της σκληρής ταξικής πάλης, ικανό για κλιμακούμενη σύγκρουση με τους καπιταλιστές και με τους θεσμούς της εξουσίας τους με στόχο την κατάργησή τους, την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας.
Σε αντιστοιχία και τα κινήματα φτωχών αγροτών και αυτοαπασχολούμενων δεν είναι ακόμα μαζικά συγκροτημένα σε σαφή αντιμονοπωλιακή πάλη με πλήρη εγκατάλειψη παλιών και νέων οργανώσεων, στις οποίες κυριαρχεί ο συντεχνιασμός και ηγούνται οι καπιταλιστές.
Εξακολουθεί να είναι ζητούμενο η ανασύνταξη και του λαϊκού κινήματος στην κατεύθυνση της συντονισμένης πάλης με το εργατικό κίνημα για ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων, συμπόρευση με το εργατικό κίνημα για την κατάκτηση της εργατικής - λαϊκής εξουσίας.
Αυτή η αντιφατικότητα της παρούσας κατάστασης, από την άποψη του συσχετισμού δυνάμεων, όπως αν αναμενόμενο, καταγράφηκε και στα αποτελέσματα των κοινοβουλευτικών εκλογών.
πηγή : ΚΟΜΕΠ
ΤΑΞΙΚΗ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.